Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Ανιχνεύοντας τα άκρα



Η δημόσια συζήτηση το τελευταίο διάστημα περιστρέφεται εκτός του θέματος "Χρυσή Αυγή" και γύρω από το θέμα του αριθμού και προσδιορισμού των πολιτικών άκρων στον πολιτικό βίο της χώρας. 

Συγκεκριμένα, με αφορμή το τραγικό περιστατικό της δολοφονίας στο Κερατσίνι και της συνακόλουθης στοχοποίησης της πολυσχιδούς βίας που ασκεί η ΧΑ, έγινε προσπάθεια από αρκετούς (κι όχι μόνο από τον Χρύσανθο Λαζαρίδη) να καταδειχθεί η συμπεριφορά ομάδων και κομμάτων της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ως επίσης βίαιη. Η προσπάθεια αυτή ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων τόσο από την Αριστερά όσο και από άλλους παράγοντες του δημόσιου βίου, ακόμα και εντός των πλαισίων της συντηρητικής παράταξης.

Το παρόν κείμενο δεν φιλοδοξεί να προσθέσει μια γνώμη αναφορικά με τον αριθμό των πολιτικών άκρων ή να ονοματίσει πολιτικούς χώρους ως ακραίους ή μη. Φιλοδοξεί να κάνει κάτι μάλλον πιο χρήσιμο, να θέσει το θεωρητικό πλαίσιο καθορισμού της πολιτικής ακρότητας, όπως αυτή εννοείται στο δυτικό και ειδικότερα στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα αναφοράς, όπου ανήκει και κινείται η χώρα μας. Αν επιτύχουμε αυτό, να ορίσουμε δηλαδή ποια είναι τα στοιχεία που καθιστούν κάποιον πολιτικά ακραίο, ο προσδιορισμός των ακραίων πολιτικών χώρων είναι παρεπόμενος. Επιπλέον, όταν υπάρχει ένα σαφώς καθορισμένο πλαίσιο πολιτικής ακρότητας, η πολιτική παραφιλολογία και οι ατέρμονες εγκλήσεις και αντεγκλήσεις μεταξύ των πολιτικών, των δημοσιογράφων και των δημοσιολογούντων επί του θέματος, απλώς μοιάζουν κενές περιεχομένου. Να σημειώσουμε ότι γενικώς η ακρότητα ή εξτρεμισμός (extremism) πρέπει να διαχωρίζεται και να διακρίνεται από τον ριζοσπαστισμό (radicalism), έστω κι αν έχουν ιδεολογικοπολιτική εξελικτική σχέση και κάποιες φορές εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά πολιτικής έκφρασης. Ο ριζοσπαστισμός ωστόσο δεν εμφανίζει καμμία από τις δύο βασικές συντρέχουσες συνθήκες του εξτρεμισμού, τις οποίες θα δούμε παρακάτω.

Η Ελλάδα είναι ενταγμένη ως χώρα στο δυτικό πολιτικό πλαίσιο αναφοράς και ειδικότερα στο ευρωπαϊκό. Στο πλαίσιο αυτό, το μόνο αποδεκτό πολιτειακό σχήμα είναι οι διάφορες μορφές της δυτικού τύπου αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της republic. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε εδώ τις λεπτομέρειες αυτού του πολιτειακού συστήματος, θεωρούμε ως γνωστές τις βασικές του έστω παραμέτρους. Το πρώτο λοιπόν κριτήριο πολιτικής ακρότητας ή μη είναι η άνευ όρων και περιστροφών αποδοχή του. Αυτό φυσικά δεν περιλαμβάνει συζητήσεις για την ειδικότερη μορφή που θα έχει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία (προεδροκεντρική ή πρωθυπουργοκεντρική, με ένα ή δύο νομοθετικά σώματα, κλπ) αλλά αμφισβητήσεις ως προς την ίδια την ουσία του πολιτειακού και του κοινωνικού συστήματος, την ίση και ελεύθερη δράση των κομμάτων, την θεσμικά κατωχυρωμένη διακριτή λειτουργία των εξουσιών, κλπ. Για παράδειγμα, η συγκέντρωση νομοθετικών και εκτελεστικών εξουσιών σε ένα φορέα, η απονομή δικαιοσύνης από όργανα πλην των δικαστικών αρχών, η άρνηση, παρακώλυση ή νόθευση των αποτελεσμάτων των δημοκρατικών εκλογών είναι μερικές μόνο από τις ενέργειες ή απόψεις που καθιστούν κάποιον πολιτικά ακραίο. Με λίγα λόγια ο μη σεβασμός των κοινά αποδεκτών αρχών της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ακολούθως, το δεύτερο κριτήριο είναι η στάση έναντι της πολιτικής βίας. Με τον όρο αυτό δεν εννοούμε αφηρημένες καταστάσεις και υποκειμενικά αντιπαθείς πολιτικές αλλά συγκεκριμένες συμπεριφορές, οι οποίες περιλαμβάνουν την λεκτική ή φυσική βία εναντίον πολιτικά, κοινωνικά, κλπ αντιπάλων ή ανεπιθυμήτων προσώπων ή ομάδων και οι οποίες πηγάζουν από κάποιας μορφής ιδεολογικό μίσος. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει σαφής και ρητή καταδίκη και εναντίωση στην κάθε μορφής και λόγω οποιασδήποτε αφορμής πολιτική βία, πολύ δε μάλλον στις περιπτώσεις χρήσης τέτοιας βίας, μιλάμε ξεκάθαρα για πολιτικό εξτρεμισμό. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η συχνή τάση πολιτικών συνόλων να αντιμετωπίζουν εμφανώς ή διακριτικά με επιλεκτικό τρόπο την βία, αναλόγως με την προέλευση ή την στόχευσή της. Στις περιπτώσεις αυτές έχουμε καταδίκη της βίας που εκπορεύεται από άλλες πολιτικές ομάδες (προφανώς αντίπαλες) ενώ παράλληλα γίνεται προσπάθεια να απενοχοποιηθεί ή να δικαιολογηθεί η βία που προέρχεται από άλλες ομάδες (προφανώς φίλιες ή συμπαθείς). Η προσπάθεια αυτή γίνεται κυρίως με δύο τρόπους, α) με την άρνηση αναγνώρισης των συγκεκριμένων συμπεριφορών ως συμπεριφορών βίας ή β) με την επίκληση κινήτρων "δικαίου" ή "ανάγκης" (justified/necessary violence). Έτσι, στην δεύτερη αυτή επίκληση, το ηθικό βάρος της χρήσης βίας μεταφέρεται από τον πομπό στον δέκτη της, δηλαδή το "θύμα" της βίας θεωρείται και υπεύθυνο για την πρόκλησή της.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι πολιτικώς δρώντα πρόσωπα ή σύνολα που είτε επιθυμούν την δραστική αλλαγή του "αστικού" πολιτειακού/κοινωνικού συστήματος, είτε μεταχειρίζονται ή δικαιολογούν την πολιτική βία είτε και τα δύο παραπάνω, βρίσκονται εντός του σαφώς οριοθετημένου πλαισίου του πολιτικού εξτρεμισμού. Αν καμμία των παραπάνω συνθηκών δεν πληρούται, τότε δεν μπορούμε να χαρακτηρίζουμε ακραίο κάποιον, όσο κι αν διαφωνούμε με τις απόψεις του, πλην μιας περίπτωσης. Αυτή συντρέχει όταν υπάρχει σαφής παραβίαση των κοινώς και ευρέως παραδεδεγμένων και καθιερωμένων ηθικών ή κοινωνικών αξιών. Η τελευταία ωστόσο αυτή συνθήκη θεωρείται ελαστική καθώς γενικώς στις κοινωνίες εμφανίζεται η τάση να αμφισβητούνται ή να ελέγχονται οι κοινώς αποδεκτές αξίες, έτσι ώστε να μην αρκετή η αμφισβήτηση αυτή για τον ξεκάθαρο χαρακτηρισμό περί ακρότητας.

Οι υιοθετούντες ακραία ιδεολογικά σχήματα ή εμφανίζοντες ακραία πολιτική συμπεριφορά έχουν επίσης την τάση να παρουσιάζουν και μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά -αυτά όμως δεν είναι και καθοριστικά ούτε αποκλειστικά. Τέτοια είναι η προσωπική στοχοποίηση του πολιτικού αντιπάλου, η μεταφορά της πολιτικής σύγκρουσης από το γενικό στο προσωπικό πεδίο, η συνομωσιολογία, η πρόσληψη και ανάλυση των πολιτικών πραγμάτων όχι βάσει του ορθολογισμού αλλά με άλλα κριτήρια, ο απροκάλυπτος λαϊκισμός, η σύνδεση του πολιτικού αγώνα με κάποια μεταφυσικής διάστασης αξία, η χρήση γενικεύσεων, η υιοθέτηση διπλών μέτρων και σταθμών, η δαιμονοποίηση του αντιπάλου, ο μανιχαϊστικός τρόπος σκέψης, η εκτεταμένη συνθηματολογία, η ανωτερότητα υποκειμένων και σκοπών, η καταστροφολογία, κ.ά.

Το παραπάνω πλαίσιο και οι οριοθετήσεις του περιγράφονται πέρα από την σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία και από τα σχετικά κείμενα των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης*, η οποία όπως είναι ευρέως γνωστό έχει καθιερώσει και κοινή ημέρα μνήμης για τα θύματα του ναζισμού και του κομμουνισμού, την 23η Αυγούστου. Τα στοιχεία και οι ορισμοί που παρατέθηκαν είναι χρήσιμοι και λειτουργικοί, και μας βοηθούν με σχετική ευκολία να αναγνωρίζουμε και να προσδιορίζουμε την πολιτική ακρότητα, με απλά και "μετρήσιμα" κριτήρια πέρα από την πολιτική ρητορική, που πολύ συχνά προκαλεί αποπροσανατολισμούς και συγχύσεις.


*Με χαρά θα ανταποκριθώ στο ενδιαφέρον οποιουδήποτε για περισσότερο διάβασμα σχετικά με το θέμα, αποστέλλοντας ένα σημείωμα με ενδεικτική βιβλιογραφία-αρθρογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου