Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Η γενιά του Πολυτεχνείου και η καμπούρα της

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2010 στο Αντίβαρο. Αναδημοσιεύτηκε από εμένα στον Τυρταίο και τις Ελληνικές Γραμμές αργότερα, αλλά και από άλλες ιστοσελίδες κι ιστολόγια, έγινε αντικείμενο λογοκλοπής με ολόκληρα κομμάτια του να μπαίνουν σε άλλα άρθρα χωρίς αναφορά αλλά και βουλευτή να διαβάζει από βήματος Βουλής αποσπάσματα ως παραγράφους από την ομιλία του. Πρόκειται ουσιαστικά για μια σύνοψη της άποψής μου για τη γενιά του Πολυτεχνείου και, αν και ίσως σήμερα επέλεγα πιο μετριοπαθή έκφραση σε κάποια σημεία, εξακολουθεί εν πολλοίς να την εκφράζει ακέραια. Συνολικά για το θέμα βρήκα εξαιρετικά εύστοχη, αντικειμενική και καλοζυγισμένη τη θέση του Χρ.Λαζαρίδη σχετικά.




Μιά ἀποκάλυψη ὑπῆρξε ἡ συνέντευξη στήν Καθημερινή τῆς 20/6 τοῦ πολύπειρου δικαστή καί νῦν Γενικοῦ Ἐπιθεωρητή τῆς Δημοσίας Διοικήσεως, τοῦ Λέανδρου Ρακιντζῆ. Ἦθος καί ὡριμότητα σκέψεως καί λόγου δίδαξε ὁ παλαίμαχος δικαστικός. Δύο ὅμως εἶναι οἱ προσεγγίσεις του, πού φέρουν την μείζονα σημασία. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ την συμβολή τῆς περιώνυμης «γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου» στήν πολιτική καί οἰκονομική μας κρίση και ἡ δεύτερη τόν καθοριστικό ρόλο τῆς πολιτιστικῆς κρίσης στήν γενική μας κακοδαιμονία.
Ἡ γενιά πού αὐτοθαυμάστηκε καί αὐτοδοξάστηκε ὅσο καμμία ἄλλη ἴσως τούς τελευταίους δύο αἰῶνες στήν χῶρα μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα πού αὐτοαναιρέθηκε ὅσο καμμία, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Ἔδωσε πλησμονή ὑποσχέσεων, ἀνήγγειλε τήν δημιουργία ἑνός νέου κράτους καί μιᾶς νέας κοινωνίας, επαγγέλθηκε μιά οἰωνεί πολιτιστική ἐπανάσταση καί… ἀπετυχέ παντοῦ παταγωδῶς. Ἡ γενιά τῆς «Ἀλλαγῆς», πού ἄλλαξε τά πάντα πρός τό χειρότερο… ἔτσι θά μείνει δυστυχῶς στήν Ἱστορία. Συγκροτήθηκε κατά βάση ἀπό ἐπιστήμονες πού ἐξελίχθηκαν εἴτε σέ τεχνοκράτες εἴτε σέ ἐπαγγελματίες πολιτικούς. Ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό μία περίοδο μέ ἰδιαίτερα ὀξεία πολιτική ἀντιπαλότητα καί ἔντονες κοινωνικές ἀναζητήσεις ἀλλά συνάμα καί ἐξαιρετικά σημαντική οἰκονομική καί παραγωγική ἀνάπτυξη. Ἡ μετεμφυλιακή περίοδος, δηλαδή χονδρικά ἡ εἰκοσιπενταετία 1950-1975, δημιούργησε κρίσιμα πολιτικά ἀδιέξοδα, τόσο πρίν ὅσο καί μετά τό 1967, ἀλλά τουλάχιστον δημιούργησε πρωτογενή καί δευτερογενή ἀνάπτυξη διόλου εὐκαταφρόνητη γιά μιά χῶρα πού ὡς τό 1949 εἶχε φθάσει σε ὁριακό σημεῖο.
Ἀνέλαβαν λοιπόν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου νά σηκώσουν στούς ὤμους τους μιά πολιτικά δοκιμασμένη ἀλλά οἰκονομικά εὔρωστη χῶρα πού ἐπιπλέον διέθετε ἐντυπωσιακή πολιτιστική ὁμοιογένεια. Πάνω στήν ἐξέγερση τοῦ Πολυτεχνείου, ἡ ὁποία παρ’ ὅλη τήν ἱστορική της θολούρα συγκρότησε ἕνα ἐκπληκτικῆς διείσδυσης καί μακρᾶς διαρκείας πολιτικό ὑπόβαθρο, ἑδραιώθηκε ὅλη ἡ πορεία τῆς μεταπολίτευσης. Ἀρκεῖ νά σημειώσουμε ὅτι ἡ πολύ μεγαλύτερη σέ κλίμακα καί προβολή ἐξέγερση τοῦ γαλλικοῦ Μάη τοῦ ’68, σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέτυχε νά ἐπιβάλλει μία πολιτική τάξη στήν γαλλική κοινωνία. Δηλαδή, ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Νοέμβρης τοῦ ’73 δέν πέτυχε τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, την κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, πέτυχε ὡστόσο νά γίνει ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο σύμβολο καί μέ ἐντυπωσιακή ἀποτελεσματικότητα νά συνθέσει τήν νομιμοποιητική βάση σχεδόν κάθε πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιλογῆς τῶν κυβερνήσεων ἀπό τό 1974 κι ἔπειτα.
Πάνω στόν μύθο τοῦ Πολυτεχνείου ἀναδείχθηκαν καί καθιερώθηκαν ἄνθρωποι μέ πρώτιστο μέλημα τήν προσωπική τους ἀνέλιξη κι ἐπιτυχία. Τό κράτος θεωρήθηκε, ἰδίως μετά τό 1981 γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, λάφυρο και ἡ πολιτική μηχανισμός προσωπικῆς ἐπαγγελματικῆς ἀναγνώρισης. Μέσα ἀπό αὐτό τό μονοπάτι κάθε θεσμός τῆς δημοκρατίας, ὅπως τό κοινοβούλιο κι ὁ συνδικαλισμός, κάθε πυλῶνας τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ δημόσια διοίκηση καί ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀκόμα καί κάθε ἔκφραση τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως ἡ ἀκαδημαϊκή παιδεία καί ἡ τέχνη, βρέθηκαν αἰχμάλωτοι τοῦ κόμματος-κράτους. Χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσωπικό τυχοδιωκτισμό καί τόν πολιτικό ἀριβισμό ὅλες οἱ λειτουργίες, οἱ ἀξίες καί τά ἐρείσματα τῆς κοινωνίας. Παράλληλα ὁ κρατικός μηχανισμός θεωρήθηκε καί μετατράπηκε σέ ὄχημα εὔκολου καί γρήγορου πλουτισμοῦ, τόσο αὐτῶν πού ἐπέβαιναν στό ὄχημα ὅσο κι αὐτῶν πού κατάφερναν νά συνάψουν οἱαδήποτε σχέση μέ τήν λειτουργία του. Βλέποντας κάποιος τήν κατάσταση μέσω αὐτοῦ τοῦ πρίσματος ἡ θέση στήν ὁποία ἔχουμε βρεθῆ σήμερα, μέ χιλιαπλασιασμό τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀπό τό 1974, δέν φαίνεται παράδοξη.
Τό κυριότερο ὅμως «ἐπίτευγμα» τῆς γενιᾶς πού κυβερνᾶ τήν χῶρα τά τελευταῖα 20-25 ἔτη καί συνεχίζει καί σήμερα νά ὁρίζει τίς τύχες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἡ χωρίς προηγούμενο πνευματική καί ἠθική ἀφαίμαξη τῶν Ἑλλήνων. Μπορεῖ τά ποσοστά ἐπιμόρφωσης νά ἀνέβηκαν ἀλλά ἡ οὐσία τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων καταβαραθρώθηκε. Σημειώνει εὔστοχα ὁ κ.Ρακιντζής: «Τό μόνο πού μένει στή χῶρα μας εἶναι νά κρατήσει ζωντανό κι ἀκμαῖο ἕνα ἄλλο κεφάλαιο: τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τήν ἑλληνικότητα μέσα στο εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ἕνα σημάδι τῆς παρακμῆς μας εἶναι ὅτι τά παιδιά μας εἶχαν σταματήσει νά μεγαλώνουν ἑλληνοκεντρικά». Πλήρης ἀφελληνισμός τῆς παιδείας καί τοῦ σκέπτεσθαι. Αὐτή ἡ πορεία ἔφτασε τά παιδιά μας στό σοβαρό ἔλλειμμα γλωσσικῆς, ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς παιδείας. Ὡς συνέπεια ἦρθε τό μεγάλο παθητικό στήν ἐθνική αὐτοσυνείδηση. Γίναμε ἕνας λαός – ἰδίως οἱ νεώτεροι, οἱ κάτω τῶν 40 – χωρίς πολιτιστική κι ἐθνική ρίζα, ἤ μάλλον χωρίς σύνδεση μέ τήν ρίζα του.
Κάθε σχέση μέ τήν ἑλληνικότητα, μέ τήν κρυστάλλινη διαύγεια τοῦ πολιτιστικοῦ μας πεπραγμένου, ποινικοποιήθηκε συνδεόμενη μέ μελανές πολιτικές πρακτικές μιᾶς ἐποχῆς ἀκραίου φανατισμοῦ καί ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὅποιος μιλοῦσε γιά ἑλληνικό πολιτισμό, ἑλληνική γλῶσσα, ἑλληνική ἱστορία, ἑλληνική παράδοση αὐτοδικαίως ἐπέσυρε κι ἐν πολλοῖς καί σήμερα ἐπισύρει τόν χαρακτηρισμό τοῦ φασίστα, τοῦ άκροδεξιοῦ καί λοιπούς τίτλους πού ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ ἡ χορεία τῶν ἐπαγγελματιῶν προοδευτικῶν καί δημοκρατῶν. Ἐξοῦ καί ἡ ἀκολουθοῦσα ἐρώτηση: «Δέν φοβόσαστε στήν ἐποχή μας μήπως σᾶς ποῦν φασίστα;». Μέ παρρησία ὅμως ἔρχεται κι ἡ ἀπάντηση: « Ὄχι. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό καί ἐκτιμῶ τήν μοναδικότητά μας, τόν πολιτισμό καί τήν παράδοσή μας. Ἄν τά χάσουμε ὅλα αὐτά, θά ἀπορροφηθοῦμε καί θά γίνουμε μιά ἀσήμαντη εὐρωπαϊκή ἐπαρχία, πού θά ἀκολουθεῖ τά χαρακτηριστικά τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα δέν μᾶς ταιριάζουν κιόλας. Ὀφείλουμε νά κοιτάξουμε τήν ἱστορία μας γιά νά μπορέσουμε νά βγοῦμε ἀπό τήν κρίση, νά διαβάσουμε τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς, νά ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε. Δέν νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι φασιστικό ἤ σωβινιστικό. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο».
Αὐτό ἐπέτυχε ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Νά μεταλλάξει τό ἀναγκαῖο καί φυσικό σέ φασιστικό καί σωβινιστικό. Νά κάνει τά αὐτονόητα, ἀπαγορευμένα. Νά μᾶς κάνει «τῶν Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους», ὅπως ἔγραψε κάποτε ὁ ποιητής. Τῶρα βέβαια πού ἡ γύμνια αὐτῆς τῆς γενιᾶς ἀποκαλύφθηκε ψάχνει τόν ἔνοχο ὁπουδήποτε μακριά της. Κάποιος ἄλλος πρέπει νά φταίει γιά τήν δική της ἀνεπάρκεια. Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της. Ἴσως ἐκεῖ βρίσκεται τό πρόβλημα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου