Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Τοπικισμός ή αγάπη για τον τόπο;

(από την εφημερίδα "Πατρίς" της 30 Ιανουαρίου 2014)

Άκουσα προ ημερών πολύ γνωστό πρώην βουλευτή να αναφέρεται δημοσίως στην υποψηφιότητα που πρόκειται να στηρίξει το κόμμα του για την θέση του Περιφερειάρχη Κρήτης. Η αναφορά ήταν κάθετα απορριπτική, με ένα και μόνο κριτήριο. Ότι ο υποψήφιος δεν κατάγεται από την Κρήτη. Μπορεί όμως να είναι η καταγωγή γνώμονας στην επιλογή αιρετών εκπροσώπων ή έστω ασφαλές πολιτικό κριτήριο;

Σε καμμία περίπτωση. Γιατί δεν μας λέει τίποτε για το ήθος ενός προσώπου, την πολιτική του επάρκεια, την εντιμότητα, την εργατικότητα, τις γνώσεις του. Δεν μας λέει καν κάτι για το πόσο αγαπά κάποιος ένα τόπο. Όλοι γεννιόμαστε κάπου και τον τόπο γέννησής μας τον επιλέγει η τύχη. Ο τόπος στον οποίο μεγαλώνουμε έχει πάντα σχεδόν μια ζεστή θέση στην καρδιά μας. Συχνά όμως η ζωή μάς οδηγεί μακρυά απ' αυτόν, σε άλλους τόπους. Σε κάποιους ζούμε λόγω εξωτερικών καταναγκασμών, με άλλους όμως επιλέγουμε οι ίδιοι συνειδητά να συνδέσουμε τη ζωή μας. Και αυτοί είναι οι πιο αγαπημένοι, , κερδίζουν μέσα μας ξεχωριστή θέση. Μπορεί λοιπόν η επιλογή να είναι εξίσου ή και περισσότερο δυνατή από την τύχη, και συνήθως είναι.

Δεν θα μιλήσω για κάποιον άλλο, θα αρκεστώ στο προσωπικό παράδειγμα. Δεν κατάγομαι από την Κρήτη. Δεν γεννήθηκα και δεν μεγάλωσα εδώ. Με έφεραν εξωτερικές συνθήκες. Όταν αποδεσμεύτηκα από κάθε υποχρέωση, επέλεξα απολύτως συνειδητά να μείνω στην Κρήτη. Ζω μόνιμα στο Ηράκλειο σχεδόν δέκα χρόνια. Ζυμώθηκα με τον τόπο, με τους ανθρώπους. Αγαπώ την Κρήτη και το Ηράκλειο, όχι ως ένα τόπο διαμονής αλλά ως τόπο ζωής, ως ιδιαίτερη πατρίδα που διάλεξα ο ίδιος να μείνω, να κάνω οικογένεια, να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Χωρίς να έχω -ελπίζω!-μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, τολμώ να λέω ότι μέσα στα χρόνια αυτά γνώρισα αρκετά καλά την πόλη και την ύπαιθρο, την γη και τους ανθρώπους του Ηρακλείου και της Κρητης ευρύτερα. Τολμώ δε να ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω καλά τον πολιτισμό, την ιστορία και τη λαϊκή κουλτούρα αυτού του τόπου.

Όλη αυτή η -συγχωρητέα εύχομαι- περιαυτολογία για να καταλήξω, ότι μάλλον δεν είναι καθόλου αξιόπιστο κι ασφαλές κριτήριο η καταγωγή κι η εντοπιότητα, για να κρίνουμε τους ανθρώπους και τα αισθήματά τους. Αν άλλωστε ίσχυε αυτό, όλοι οι αιρετοί κι όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί που πληρούν το αίτημα της εντοπιότητας θα έπρεπε να είχαν απολύτως διαυγείς, επιτυχημένες και αποτελεσματικές θητείες. Μάλλον όμως κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί.

Έχουμε λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση, σύγκρουση ανάμεσα σε δυο διαφορετικά και εν πολλοίς αντίθετα μεγέθη. Από τη μια μεριά, ο τοπικισμός, η στενή αντίληψη για τον “δικό μας” και τον “ξένο”, μια ίσως κοντόφθαλμη οπτική, που κρίνει την σχέση κάποιου με τον τόπο βάσει τυπικών κι όχι ουσιαστικών κριτηρίων και αποκλείει την ισότιμη ένταξη και προσφορά σύμφωνα με αυτά. Στον αντίποδα βρίσκεται η αυθεντική αγάπη για τον τόπο, που εκτιμά κι αποδέχεται την ελεύθερη επιλογή και κάνει τον “ξένο” ένα “δικό μας”, σφραγίζοντας τους δεσμούς που αναπτύχθηκαν μέσα από την επαφή με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Τι είναι πιο ουσιώδες, πιο αυθεντικό; Τι πιστοποιεί, αλήθεια, πιο ζωντανά το δέσιμο κάποιου μ' ένα τόπο, η τυχαία καταγωγή ή η συνειδητή επιλογή του;

Πιστεύω ότι κάθε τόπος θα ωφεληθή πολύ περισσότερο από την αποδοχή, ένταξη και αξιοποίηση όσων τον αγαπούν και τον τιμούν επενδύοντας σ' αυτόν τη ζωή τους. Αν ακούγαμε κάποιον να απορρίπτει ένα υποψήφιο πχ Δήμαρχο Αθηναίων ή Περιφερειάρχη Αττικής επειδή δεν είναι βέρος Αθηναίος στην καταγωγή, θα μας φαινόταν μάλλον αστείο. Δεν θυμάμαι, για παράδειγμα, κάποιον να δυσανασχέτησε όταν στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές ήταν υποψήφιος Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας ο Μάρκος Μπόλαρης, που είναι Κρητικός στην καταγωγή. Για να μην αναφερθώ φυσικά στο γεγονός ότι ως το 2010, όλοι θεωρούσαν απολύτως φυσικό η εκάστοτε κυβέρνηση να τοποθετεί ως Περιφερειάρχη οποιοδήποτε στέλεχος έκρινε από οποιοδήποτε σημείο της χώρας. Ευτυχώς, αυτή την εποχή την αφήσαμε πίσω μας. Οι πολίτες επιλέγουν πια ελεύθερα και δημοκρατικά τον πολιτικό προϊστάμενο της περιφέρειάς τους. Μακάρι να φτάσουμε και στο σημείο αυτή η επιλογή να μην έχει καθόλου κομματικά χαρακτηριστικά αλλά αμιγώς αυτοδιοικητικά. Όμως όχι με την λογική παρόμοιων τοπικιστικών αποκλεισμών, αλλά αντίθετα με γνώμονα αξιοκρατικά δεδομένα.

Μπορούμε να κρίνουμε, να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε κάποιον για τις γνώσεις και την πείρα του, την αρετή και το ήθος του, την εργατικότητα και την αποδοτικότητά του, τις ιδέες και τις αρχές του. Όχι όμως για την καταγωγή του. Με γνώμονα την αξιοκρατία μπορούμε να κάνουμε τις πιο ασφαλείς και ωφέλιμες επιλογές, γιατί έχουμε περισσότερες δυνατότητες επιλογών. Εντάσσοντας κι όχι αποκλείοντας εκμεταλλευόμαστε στο έπακρο το ανθρώπινο δυναμικό, που θέλει και μπορεί να προσφέρει. Ο τοπικισμός στενεύει τα όρια, αποκλείει και παραμερίζει δυνάμεις, περιορίζει την θέληση για προσφορά. Η αγάπη για τον τόπο ανοίγει τους ορίζοντες, εντάσσει και συνασπίζει στην υπηρεσία του κάθε πρόθυμο να συνδράμει το λίγο ή πολύ που μπορεί να δώσει.


Η Κρήτη, όπως και κάθε τόπος, έχει ανάγκη από το ενδιαφέρον και την προσφορά. Με το να κόβει τα φτερά σ' όσους δεν γεννήθηκαν εδώ, δεν κερδίζει, αντίθετα χάνει. Άλλωστε, ποιος ξέρει, καμμιά φορά, ό,τι δεν κάνει ο “δικός”, το κάνει ο “ξενομπάτης”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου